ἑτεροκινησία

ἑτερο-κῑνησία, ,
A motion externally caused, Procl. in Alc.p.225 C.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροκινησία — η (Α ἑτεροκινησία) η κίνηση που δίνεται από εξωτερική δύναμη νεοελλ. περίπτωση καρυοκινησίας κατά την οποία τα θυγατρικά κύτταρα είναι ανόμοια μεταξύ τους. [ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. ετεροκινησία < ετεροκίνητος, ενώ το νεοελλ. είναι αντιδάνεια λ., πρβλ …   Dictionary of Greek

  • ετεροκινησία — η το γνώρισμα του ετεροκίνητου, το να κινείται κανείς από άλλον …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑτεροκινησίας — ἑτεροκινησίᾱς , ἑτεροκινησία motion externally caused fem acc pl ἑτεροκινησίᾱς , ἑτεροκινησία motion externally caused fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.